Ποίημα-Παραμύθι του Π.Σ., ταιριαστό με την εποχή, μιας και είμαστε ακόμα αυτό το μήνα στη περίοδο του τουρισμού.
Κέρασε ο διάβολος καφέ και λουκούμι στο καφενείο,
κι όλοι πήρανε γιατί οι καιροί ήταν δύσκολοι,
κι η ουρά του ήταν κρυμμένη στο κουστούμι.
Μόνο ο μπαρμπα-Θόδωρας,
ο τρελός του χωριού αρνήθηκε
και δεν ξαναεφάνη στην πλατεία.
Κι όταν το νερό πίκριζε,
γιατί είχε κάνει ο διάολος στο ποτάμι την ανάγκη του,
κανείς δεν είπε τίποτα,
γιατί κέρναγε πια σταθερά, καφέ και λουκούμι.
Κι όταν ζήτησε να ανοίξει στη γη τρύπες,
κέρασε και τσιτσί στο καφενείο.
Μα κυνήγι δεν ξαναματάφαγαν,
γιατί τα ζώα ξεσπιτώθηκαν απ' τα τρυπάνια.
Κι όταν είπε στον μπακάλη να φέρει Νεσκαφέ
γιατί λέει το πίνουν στις πόλεις.
Αυτός έφερε.
Κι από τότε ο ελληνικός κομμένος.
Κι όταν είπε στην φουρνάρισσα να φτιάξει ντόνατς γιατί αυτά τρώνε στις Αμερικές.
Εκείνη τον άκουσε.
Κι από τότε παν' οι τουλούμπες και τα κ'λούρια.
Τότε ξαναφάνηκε ο μπαρμπα-Θόδωρας,
που 'χε γράψει βιβλίο ολόκληρο για τον ακατανόμαστο,
κι όλοι γέλασαν.
Κι όταν μίλησε κατά του παπά, γιατί έτσι λέει κάνουν στις Ευρώπες.
Πάλι τον άκουσαν.
Γιατί κέρναγε νεσκαφέ και ντόνατς στο καφενείο.
Κι όταν έφυγε ο παπάς.
Έβγαλε την ουρά απ' το κουστούμι και τους είπε να φύγουν.
Γιατί πια στον τόπο δεν άνηκαν,
κι ήταν πια ευρωπαίοι και πολίτες του κόσμου.
Ελεύθεροι ανελεύθεροι...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου